σηματοτηλέγραφος

ο, Ν
ναυτ.
1. ειδική συσκευή για την έπαρση σημάτων
2. κτίσμα στην είσοδο λιμανιού, από όπου αναγγέλλεται με σήματα η εμφάνιση πλοίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σήμα, -ατος + τηλέγραφος. Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα Ακρόπολις].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • -γραφος — β συνθετικό μεγάλου αριθμού συνθέτων τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, το οποίο προήλθε είτε από το ουσ. γραφή* είτε απευθείας από το ρ. γράφω*. Από τα σύνθετα αυτά, 250 περίπου είναι της αρχαίας γλώσσας, από τα οποία κανένα δεν απαντά …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.